兼職
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κατέχω και άλλη θέση, υπηρετώ παράλληλα
- 02 παράλληλη θέση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 兼職する
- Παρόν (ευγενικό)
- 兼職します
- Άρνηση (απλή)
- 兼職しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 兼職しません
- Παρελθόν (απλό)
- 兼職した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 兼職しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 兼職しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 兼職しませんでした
- Τε-μορφή
- 兼職して
- Δυνητική
- 兼職できる
- Προστακτική
- 兼職しろ
- Βουλητική
- 兼職しよう
- Υποθετική (ば)
- 兼職すれば
- Υποθετική (たら)
- 兼職したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 兼職したい
- Απαγορευτική (~な)
- 兼職するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 兼職しなさい
- Παθητική
- 兼職される
- Αιτιατική
- 兼職させる