内借
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σπάνιο κρυφή δανειοληψία, η λήψη δανείου στα κρυφά
- 02 σπάνιο προκαταβολή μέρους του μισθού, η λήψη προκαταβολής
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 内借する
- Παρόν (ευγενικό)
- 内借します
- Άρνηση (απλή)
- 内借しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 内借しません
- Παρελθόν (απλό)
- 内借した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 内借しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 内借しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 内借しませんでした
- Τε-μορφή
- 内借して
- Δυνητική
- 内借できる
- Προστακτική
- 内借しろ
- Βουλητική
- 内借しよう
- Υποθετική (ば)
- 内借すれば
- Υποθετική (たら)
- 内借したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 内借したい
- Απαγορευτική (~な)
- 内借するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 内借しなさい
- Παθητική
- 内借される
- Αιτιατική
- 内借させる