ないざい

ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενυπάρχω, ενσωματώνομαι, χαρακτηρίζω εκ των έσω
  2. 02 εμπρόσθια παρουσία, εσωτερικότητα

Κλίση

Παρόν (απλό)
内在する
Παρόν (ευγενικό)
内在します
Άρνηση (απλή)
内在しない
Άρνηση (ευγενική)
内在しません
Παρελθόν (απλό)
内在した
Παρελθόν (ευγενικό)
内在しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
内在しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
内在しませんでした
Τε-μορφή
内在して
Δυνητική
内在できる
Προστακτική
内在しろ
Βουλητική
内在しよう
Υποθετική (ば)
内在すれば