ないぞく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γίνομαι υποτελές κράτος, υποτάσσομαι και εγκαθίσταμαι σε άλλη χώρα
  2. 02 εγγενής ιδιότητα, ενδογενής κατάσταση

Κλίση

Παρόν (απλό)
内属する
Παρόν (ευγενικό)
内属します
Άρνηση (απλή)
内属しない
Άρνηση (ευγενική)
内属しません
Παρελθόν (απλό)
内属した
Παρελθόν (ευγενικό)
内属しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
内属しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
内属しませんでした
Τε-μορφή
内属して
Δυνητική
内属できる
Προστακτική
内属しろ
Βουλητική
内属しよう
Υποθετική (ば)
内属すれば