ないおう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μυστική συνεννόηση, συμπαιγνία, προδοσία

Κλίση

Παρόν (απλό)
内応する
Παρόν (ευγενικό)
内応します
Άρνηση (απλή)
内応しない
Άρνηση (ευγενική)
内応しません
Παρελθόν (απλό)
内応した
Παρελθόν (ευγενικό)
内応しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
内応しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
内応しませんでした
Τε-μορφή
内応して
Δυνητική
内応できる
Προστακτική
内応しろ
Βουλητική
内応しよう
Υποθετική (ば)
内応すれば