ないこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οπισθοχώρηση, η εμφάνιση νόσου στα εσωτερικά όργανα
  2. 02 συσσώρευση συναισθημάτων, εσωτερίκευση (θυμού, απογοήτευσης, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
内攻する
Παρόν (ευγενικό)
内攻します
Άρνηση (απλή)
内攻しない
Άρνηση (ευγενική)
内攻しません
Παρελθόν (απλό)
内攻した
Παρελθόν (ευγενικό)
内攻しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
内攻しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
内攻しませんでした
Τε-μορφή
内攻して
Δυνητική
内攻できる
Προστακτική
内攻しろ
Βουλητική
内攻しよう
Υποθετική (ば)
内攻すれば