ないしょく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δευτερεύουσα απασχόληση, παράλληλη εργασία
  2. 02 εργασία κατ' οίκον, οικιακή βιοτεχνία
  3. 03 καθομιλουμένη ενασχόληση (κρυφά) με κάτι άσχετο κατά τη διάρκεια μαθήματος ή συνεδρίου

Κλίση

Παρόν (απλό)
内職する
Παρόν (ευγενικό)
内職します
Άρνηση (απλή)
内職しない
Άρνηση (ευγενική)
内職しません
Παρελθόν (απλό)
内職した
Παρελθόν (ευγενικό)
内職しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
内職しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
内職しませんでした
Τε-μορφή
内職して
Δυνητική
内職できる
Προστακτική
内職しろ
Βουλητική
内職しよう
Υποθετική (ば)
内職すれば