ないぞう

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: うちくら

  1. 01 εσωτερικός (π.χ. μηχανισμός, χαρακτηριστικό), ενσωματωμένος, εξοπλισμένος (με)

Κλίση

Παρόν (απλό)
内蔵する
Παρόν (ευγενικό)
内蔵します
Άρνηση (απλή)
内蔵しない
Άρνηση (ευγενική)
内蔵しません
Παρελθόν (απλό)
内蔵した
Παρελθόν (ευγενικό)
内蔵しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
内蔵しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
内蔵しませんでした
Τε-μορφή
内蔵して
Δυνητική
内蔵できる
Προστακτική
内蔵しろ
Βουλητική
内蔵しよう
Υποθετική (ば)
内蔵すれば