ないえつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατ' ιδίαν ακρόαση

Κλίση

Παρόν (απλό)
内謁する
Παρόν (ευγενικό)
内謁します
Άρνηση (απλή)
内謁しない
Άρνηση (ευγενική)
内謁しません
Παρελθόν (απλό)
内謁した
Παρελθόν (ευγενικό)
内謁しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
内謁しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
内謁しませんでした
Τε-μορφή
内謁して
Δυνητική
内謁できる
Προστακτική
内謁しろ
Βουλητική
内謁しよう
Υποθετική (ば)
内謁すれば