うちもめ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εσωτερική διαμάχη, οικογενειακή έριδα, ενδοοικογενειακό πρόβλημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
内輪もめする
Παρόν (ευγενικό)
内輪もめします
Άρνηση (απλή)
内輪もめしない
Άρνηση (ευγενική)
内輪もめしません
Παρελθόν (απλό)
内輪もめした
Παρελθόν (ευγενικό)
内輪もめしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
内輪もめしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
内輪もめしませんでした
Τε-μορφή
内輪もめして
Δυνητική
内輪もめできる
Προστακτική
内輪もめしろ
Βουλητική
内輪もめしよう
Υποθετική (ば)
内輪もめすれば