ないつう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μυστική επικοινωνία (με τον εχθρό), συνεννόηση, προδοσία
  2. 02 μοιχεία, εξωσυζυγική σχέση

Κλίση

Παρόν (απλό)
内通する
Παρόν (ευγενικό)
内通します
Άρνηση (απλή)
内通しない
Άρνηση (ευγενική)
内通しません
Παρελθόν (απλό)
内通した
Παρελθόν (ευγενικό)
内通しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
内通しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
内通しませんでした
Τε-μορφή
内通して
Δυνητική
内通できる
Προστακτική
内通しろ
Βουλητική
内通しよう
Υποθετική (ば)
内通すれば