まるかこ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κυκλώνω (μια λέξη, γράμμα, σύμβολο, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
円で囲む
Παρόν (ευγενικό)
円で囲みます
Άρνηση (απλή)
円で囲まない
Άρνηση (ευγενική)
円で囲みません
Παρελθόν (απλό)
円で囲んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
円で囲みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
円で囲まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
円で囲みませんでした
Τε-μορφή
円で囲んで
Δυνητική
円で囲める
Προστακτική
円で囲め
Βουλητική
円で囲もう
Υποθετική (ば)
円で囲めば