円を描く
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σχηματίζω κύκλο (για κίνηση, διάταξη κ.λπ.), κινούμαι κυκλικά, παίρνω κυκλικό σχήμα
- 02 ζωγραφίζω κύκλο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 円を描く
- Παρόν (ευγενικό)
- 円を描きます
- Άρνηση (απλή)
- 円を描かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 円を描きません
- Παρελθόν (απλό)
- 円を描いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 円を描きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 円を描かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 円を描きませんでした
- Τε-μορφή
- 円を描いて
- Δυνητική
- 円を描ける
- Προστακτική
- 円を描け
- Βουλητική
- 円を描こう
- Υποθετική (ば)
- 円を描けば
- Υποθετική (たら)
- 円を描いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 円を描きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 円を描くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 円を描きなさい
- Παθητική
- 円を描かれる
- Αιτιατική
- 円を描かせる