えんかつにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ομαλοποιώ, εναρμονίζω, διευκολύνω, εκσυγχρονίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
円滑にする
Παρόν (ευγενικό)
円滑にします
Άρνηση (απλή)
円滑にしない
Άρνηση (ευγενική)
円滑にしません
Παρελθόν (απλό)
円滑にした
Παρελθόν (ευγενικό)
円滑にしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
円滑にしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
円滑にしませんでした
Τε-μορφή
円滑にして
Δυνητική
円滑にできる
Προστακτική
円滑にしろ
Βουλητική
円滑にしよう
Υποθετική (ば)
円滑にすれば