さいブレイク

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επαναφορά (τραγουδιστή, ηθοποιού κ.λπ.) στο προσκήνιο, εκ νέου ευρεία αναγνώριση, επάνοδος στην επιτυχία, δεύτερη περίοδος ακμής

Κλίση

Παρόν (απλό)
再ブレイクする
Παρόν (ευγενικό)
再ブレイクします
Άρνηση (απλή)
再ブレイクしない
Άρνηση (ευγενική)
再ブレイクしません
Παρελθόν (απλό)
再ブレイクした
Παρελθόν (ευγενικό)
再ブレイクしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
再ブレイクしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
再ブレイクしませんでした
Τε-μορφή
再ブレイクして
Δυνητική
再ブレイクできる
Προστακτική
再ブレイクしろ
Βουλητική
再ブレイクしよう
Υποθετική (ば)
再ブレイクすれば