さいきょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκ νέου διαπραγμάτευση

Κλίση

Παρόν (απλό)
再協議する
Παρόν (ευγενικό)
再協議します
Άρνηση (απλή)
再協議しない
Άρνηση (ευγενική)
再協議しません
Παρελθόν (απλό)
再協議した
Παρελθόν (ευγενικό)
再協議しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
再協議しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
再協議しませんでした
Τε-μορφή
再協議して
Δυνητική
再協議できる
Προστακτική
再協議しろ
Βουλητική
再協議しよう
Υποθετική (ば)
再協議すれば