さいしん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επαναληπτική δίκη, αναψηλάφηση δίκης
  2. 02 επανεξέταση, αναθεώρηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
再審する
Παρόν (ευγενικό)
再審します
Άρνηση (απλή)
再審しない
Άρνηση (ευγενική)
再審しません
Παρελθόν (απλό)
再審した
Παρελθόν (ευγενικό)
再審しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
再審しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
再審しませんでした
Τε-μορφή
再審して
Δυνητική
再審できる
Προστακτική
再審しろ
Βουλητική
再審しよう
Υποθετική (ば)
再審すれば