さいしゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επανεγγραφή σε μάθημα, επαναληπτική παρακολούθηση μαθήματος

Κλίση

Παρόν (απλό)
再履修する
Παρόν (ευγενικό)
再履修します
Άρνηση (απλή)
再履修しない
Άρνηση (ευγενική)
再履修しません
Παρελθόν (απλό)
再履修した
Παρελθόν (ευγενικό)
再履修しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
再履修しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
再履修しませんでした
Τε-μορφή
再履修して
Δυνητική
再履修できる
Προστακτική
再履修しろ
Βουλητική
再履修しよう
Υποθετική (ば)
再履修すれば