さいちょうせん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νέα προσπάθεια, επαναληπτική δοκιμή, ξανά δοκιμασία

Κλίση

Παρόν (απλό)
再挑戦する
Παρόν (ευγενικό)
再挑戦します
Άρνηση (απλή)
再挑戦しない
Άρνηση (ευγενική)
再挑戦しません
Παρελθόν (απλό)
再挑戦した
Παρελθόν (ευγενικό)
再挑戦しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
再挑戦しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
再挑戦しませんでした
Τε-μορφή
再挑戦して
Δυνητική
再挑戦できる
Προστακτική
再挑戦しろ
Βουλητική
再挑戦しよう
Υποθετική (ば)
再挑戦すれば