再掲
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αναδημοσίευση, επανεκτύπωση, αναπαραγωγή, ανακοινοποίηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 再掲する
- Παρόν (ευγενικό)
- 再掲します
- Άρνηση (απλή)
- 再掲しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 再掲しません
- Παρελθόν (απλό)
- 再掲した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 再掲しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 再掲しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 再掲しませんでした
- Τε-μορφή
- 再掲して
- Δυνητική
- 再掲できる
- Προστακτική
- 再掲しろ
- Βουλητική
- 再掲しよう
- Υποθετική (ば)
- 再掲すれば
- Υποθετική (たら)
- 再掲したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 再掲したい
- Απαγορευτική (~な)
- 再掲するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 再掲しなさい
- Παθητική
- 再掲される
- Αιτιατική
- 再掲させる