再来
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επιστρέφω, επανέρχομαι
- 02 δευτέρα παρουσία (π.χ. του Χριστού), δεύτερη έλευση, μετενσάρκωση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 再来する
- Παρόν (ευγενικό)
- 再来します
- Άρνηση (απλή)
- 再来しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 再来しません
- Παρελθόν (απλό)
- 再来した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 再来しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 再来しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 再来しませんでした
- Τε-μορφή
- 再来して
- Δυνητική
- 再来できる
- Προστακτική
- 再来しろ
- Βουλητική
- 再来しよう
- Υποθετική (ば)
- 再来すれば
- Υποθετική (たら)
- 再来したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 再来したい
- Απαγορευτική (~な)
- 再来するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 再来しなさい
- Παθητική
- 再来される
- Αιτιατική
- 再来させる