さいげん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανακύκλωση, ανάκτηση πόρων

Κλίση

Παρόν (απλό)
再資源化する
Παρόν (ευγενικό)
再資源化します
Άρνηση (απλή)
再資源化しない
Άρνηση (ευγενική)
再資源化しません
Παρελθόν (απλό)
再資源化した
Παρελθόν (ευγενικό)
再資源化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
再資源化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
再資源化しませんでした
Τε-μορφή
再資源化して
Δυνητική
再資源化できる
Προστακτική
再資源化しろ
Βουλητική
再資源化しよう
Υποθετική (ば)
再資源化すれば