さいしゅうけい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανακαταμέτρηση (π.χ. ψηφοδελτίων), εκ νέου υπολογισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
再集計する
Παρόν (ευγενικό)
再集計します
Άρνηση (απλή)
再集計しない
Άρνηση (ευγενική)
再集計しません
Παρελθόν (απλό)
再集計した
Παρελθόν (ευγενικό)
再集計しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
再集計しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
再集計しませんでした
Τε-μορφή
再集計して
Δυνητική
再集計できる
Προστακτική
再集計しろ
Βουλητική
再集計しよう
Υποθετική (ば)
再集計すれば