おか

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αψηφώ, ρισκάρω, αντιμετωπίζω, αποτολμώ
  2. 02 βλάπτω, προσβάλλω, επηρεάζω
  3. 03 βεβηλώνω, ατιμάζω
  4. 04 υιοθετώ (επώνυμο άλλου), παίρνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
冒す
Παρόν (ευγενικό)
冒します
Άρνηση (απλή)
冒さない
Άρνηση (ευγενική)
冒しません
Παρελθόν (απλό)
冒した
Παρελθόν (ευγενικό)
冒しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
冒さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
冒しませんでした
Τε-μορφή
冒して
Δυνητική
冒せる
Προστακτική
冒せ
Βουλητική
冒そう
Υποθετική (ば)
冒せば