写メ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συντομογραφία καθομιλουμένη ηλεκτρονικό μήνυμα με συνημμένες φωτογραφίες που αποστέλλεται από κινητό τηλέφωνο
- 02 συντομογραφία καθομιλουμένη φωτογραφία τραβηγμένη με κινητό τηλέφωνο, λήψη φωτογραφίας με κινητό τηλέφωνο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 写メする
- Παρόν (ευγενικό)
- 写メします
- Άρνηση (απλή)
- 写メしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 写メしません
- Παρελθόν (απλό)
- 写メした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 写メしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 写メしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 写メしませんでした
- Τε-μορφή
- 写メして
- Δυνητική
- 写メできる
- Προστακτική
- 写メしろ
- Βουλητική
- 写メしよう
- Υποθετική (ば)
- 写メすれば
- Υποθετική (たら)
- 写メしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 写メしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 写メするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 写メしなさい
- Παθητική
- 写メされる
- Αιτιατική
- 写メさせる