写仏
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιχνηλάτηση εικόνας βουδιστικής παράστασης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 写仏する
- Παρόν (ευγενικό)
- 写仏します
- Άρνηση (απλή)
- 写仏しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 写仏しません
- Παρελθόν (απλό)
- 写仏した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 写仏しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 写仏しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 写仏しませんでした
- Τε-μορφή
- 写仏して
- Δυνητική
- 写仏できる
- Προστακτική
- 写仏しろ
- Βουλητική
- 写仏しよう
- Υποθετική (ば)
- 写仏すれば
- Υποθετική (たら)
- 写仏したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 写仏したい
- Απαγορευτική (~な)
- 写仏するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 写仏しなさい
- Παθητική
- 写仏される
- Αιτιατική
- 写仏させる