しゃしんさつえい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φωτογράφηση, λήψη φωτογραφιών

Κλίση

Παρόν (απλό)
写真撮影する
Παρόν (ευγενικό)
写真撮影します
Άρνηση (απλή)
写真撮影しない
Άρνηση (ευγενική)
写真撮影しません
Παρελθόν (απλό)
写真撮影した
Παρελθόν (ευγενικό)
写真撮影しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
写真撮影しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
写真撮影しませんでした
Τε-μορφή
写真撮影して
Δυνητική
写真撮影できる
Προστακτική
写真撮影しろ
Βουλητική
写真撮影しよう
Υποθετική (ば)
写真撮影すれば