しゃきょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χειρόγραφη αντιγραφή βουδιστικών κειμένων, αντιγραφή σούτρα

Κλίση

Παρόν (απλό)
写経する
Παρόν (ευγενικό)
写経します
Άρνηση (απλή)
写経しない
Άρνηση (ευγενική)
写経しません
Παρελθόν (απλό)
写経した
Παρελθόν (ευγενικό)
写経しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
写経しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
写経しませんでした
Τε-μορφή
写経して
Δυνητική
写経できる
Προστακτική
写経しろ
Βουλητική
写経しよう
Υποθετική (ば)
写経すれば