かん

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στεφανώνω, βάζω στέμμα
  2. 02 προτάσσω, ξεκινώ με, αρχίζω με

Κλίση

Παρόν (απλό)
冠すする
Παρόν (ευγενικό)
冠すします
Άρνηση (απλή)
冠すしない
Άρνηση (ευγενική)
冠すしません
Παρελθόν (απλό)
冠すした
Παρελθόν (ευγενικό)
冠すしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
冠すしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
冠すしませんでした
Τε-μορφή
冠すして
Δυνητική
冠すできる
Προστακτική
冠すしろ
Βουλητική
冠すしよう
Υποθετική (ば)
冠すすれば