かんむりける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στεφανώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
冠を付ける
Παρόν (ευγενικό)
冠を付けます
Άρνηση (απλή)
冠を付けない
Άρνηση (ευγενική)
冠を付けません
Παρελθόν (απλό)
冠を付けた
Παρελθόν (ευγενικό)
冠を付けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
冠を付けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
冠を付けませんでした
Τε-μορφή
冠を付けて
Δυνητική
冠を付けられる
Προστακτική
冠を付けろ
Βουλητική
冠を付けよう
Υποθετική (ば)
冠を付ければ