とうえい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χειμερινή κατασκήνωση, εγκατάσταση σε χειμερινά καταλύματα
  2. 02 επίσημο προετοιμασίες για τον χειμώνα

Κλίση

Παρόν (απλό)
冬営する
Παρόν (ευγενικό)
冬営します
Άρνηση (απλή)
冬営しない
Άρνηση (ευγενική)
冬営しません
Παρελθόν (απλό)
冬営した
Παρελθόν (ευγενικό)
冬営しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
冬営しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
冬営しませんでした
Τε-μορφή
冬営して
Δυνητική
冬営できる
Προστακτική
冬営しろ
Βουλητική
冬営しよう
Υποθετική (ば)
冬営すれば