ふゆ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μαρασμός της βλάστησης τον χειμώνα, χειμερινή φθορά
  2. 02 χειμερινή ξέρα, χειμερινή ερημιά
  3. 03 χειμερινή κάμψη των επιχειρήσεων (ειδικά τον Φεβρουάριο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
冬枯れする
Παρόν (ευγενικό)
冬枯れします
Άρνηση (απλή)
冬枯れしない
Άρνηση (ευγενική)
冬枯れしません
Παρελθόν (απλό)
冬枯れした
Παρελθόν (ευγενικό)
冬枯れしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
冬枯れしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
冬枯れしませんでした
Τε-μορφή
冬枯れして
Δυνητική
冬枯れできる
Προστακτική
冬枯れしろ
Βουλητική
冬枯れしよう
Υποθετική (ば)
冬枯れすれば