ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθαρίζω σταδιακά, γίνομαι σταδιακά κρύος

Κλίση

Παρόν (απλό)
冴え行く
Παρόν (ευγενικό)
冴え行きます
Άρνηση (απλή)
冴え行かない
Άρνηση (ευγενική)
冴え行きません
Παρελθόν (απλό)
冴え行いた
Παρελθόν (ευγενικό)
冴え行きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
冴え行かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
冴え行きませんでした
Τε-μορφή
冴え行いて
Δυνητική
冴え行ける
Προστακτική
冴え行け
Βουλητική
冴え行こう
Υποθετική (ば)
冴え行けば