かえ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είμαι πεντακάθαρος, είμαι εξαιρετικά διαυγής
  2. 02 είμαι διαπεραστικά κρύος, είμαι κρύος και καθαρός

Κλίση

Παρόν (απλό)
冴え返る
Παρόν (ευγενικό)
冴え返ります
Άρνηση (απλή)
冴え返らない
Άρνηση (ευγενική)
冴え返りません
Παρελθόν (απλό)
冴え返った
Παρελθόν (ευγενικό)
冴え返りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
冴え返らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
冴え返りませんでした
Τε-μορφή
冴え返って
Δυνητική
冴え返れる
Προστακτική
冴え返れ
Βουλητική
冴え返ろう
Υποθετική (ば)
冴え返れば