冷ます
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 αφήνω να κρυώσει (π.χ. από υψηλή θερμοκρασία σε θερμοκρασία δωματίου), ψύχω
- 02 αποθαρρύνω, αναχαιτίζω, χαλάω τη διάθεση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 冷ます
- Παρόν (ευγενικό)
- 冷まします
- Άρνηση (απλή)
- 冷まさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 冷ましません
- Παρελθόν (απλό)
- 冷ました
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 冷ましました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 冷まさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 冷ましませんでした
- Τε-μορφή
- 冷まして
- Δυνητική
- 冷ませる
- Προστακτική
- 冷ませ
- Βουλητική
- 冷まそう
- Υποθετική (ば)
- 冷ませば
- Υποθετική (たら)
- 冷ましたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 冷ましたい
- Απαγορευτική (~な)
- 冷ますな
- Προστακτική (ευγενική)
- 冷ましなさい
- Παθητική
- 冷まされる
- Αιτιατική
- 冷まさせる