める

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρυώνω, παγώνω
  2. 02 καταλαγιάζω, κοπάζω, υποχωρώ, μετριάζομαι, εξασθενώ, σβήνω (για ενθουσιασμό, θυμό κ.λπ.)
  3. 03 είμαι ψυχρός, είμαι ανέκφραστος (για βλέμμα, έκφραση κ.λπ.), είμαι ψύχραιμος, είμαι συγκροτημένος

Παραδείγματα

  • スープがめる

    Η σούπα κρυώνει.

  • かれ情熱じょうねつめてしまった。

    Ο ενθουσιασμός του κόπασε.

  • 一度いちどめてしまった気持きもちをもともどすのは、そう簡単かんたんなことではない。

    Δεν είναι και τόσο εύκολο να επαναφέρεις τα συναισθήματα μόλις αυτά έχουν ψυχρανθεί.

Κλίση

Παρόν (απλό)
冷める
Παρόν (ευγενικό)
冷めます
Άρνηση (απλή)
冷めない
Άρνηση (ευγενική)
冷めません
Παρελθόν (απλό)
冷めた
Παρελθόν (ευγενικό)
冷めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
冷めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
冷めませんでした
Τε-μορφή
冷めて
Δυνητική
冷められる
Προστακτική
冷めろ
Βουλητική
冷めよう
Υποθετική (ば)
冷めれば