やかす

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πειράζω, κοροϊδεύω, χλευάζω
  2. 02 ψύχω, βάζω στο ψυγείο
  3. 03 χαζεύω βιτρίνες, κοιτάζω χωρίς να αγοράζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
冷やかす
Παρόν (ευγενικό)
冷やかします
Άρνηση (απλή)
冷やかさない
Άρνηση (ευγενική)
冷やかしません
Παρελθόν (απλό)
冷やかした
Παρελθόν (ευγενικό)
冷やかしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
冷やかさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
冷やかしませんでした
Τε-μορφή
冷やかして
Δυνητική
冷やかせる
Προστακτική
冷やかせ
Βουλητική
冷やかそう
Υποθετική (ば)
冷やかせば