やり

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ανατριχιαστικά, με αίσθηση ρίγους
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα με ξαφνικό τρόμο, με φόβο, παγωμένα

Κλίση

Παρόν (απλό)
冷やりする
Παρόν (ευγενικό)
冷やりします
Άρνηση (απλή)
冷やりしない
Άρνηση (ευγενική)
冷やりしません
Παρελθόν (απλό)
冷やりした
Παρελθόν (ευγενικό)
冷やりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
冷やりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
冷やりしませんでした
Τε-μορφή
冷やりして
Δυνητική
冷やりできる
Προστακτική
冷やりしろ
Βουλητική
冷やりしよう
Υποθετική (ば)
冷やりすれば