しの

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπομένω, αντιμετωπίζω (π.χ. βροχή), αποφεύγω (π.χ. λιμό)
  2. 02 ξεπερνώ δυσκολίες, υπερνικώ, επιβιώνω
  3. 03 ξεπερνώ, υπερέχω, υπερβαίνω, επισκιάζω, αψηφώ, υποτιμώ

Παραδείγματα

  • さむさをしの

    Αντέχω το κρύο.

  • わたしあらししのいで山頂さんちょういた。

    Αντιμετώπισα την καταιγίδα και έφτασα στην κορυφή του βουνού.

  • かれ才能さいのう同僚どうりょうだれをもしのいでおり、その活躍かつやく目覚めざましい。

    Το ταλέντο του ξεπερνάει όλους τους συναδέλφους του, και η επιτυχία του είναι εντυπωσιακή.

Κλίση

Παρόν (απλό)
凌ぐ
Παρόν (ευγενικό)
凌ぎます
Άρνηση (απλή)
凌がない
Άρνηση (ευγενική)
凌ぎません
Παρελθόν (απλό)
凌いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
凌ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
凌がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
凌ぎませんでした
Τε-μορφή
凌いで
Δυνητική
凌げる
Προστακτική
凌げ
Βουλητική
凌ごう
Υποθετική (ば)
凌げば