凍え付く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παγώνω πάνω σε κάτι, προσκολλώμαι λόγω πάγου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 凍え付く
- Παρόν (ευγενικό)
- 凍え付きます
- Άρνηση (απλή)
- 凍え付かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 凍え付きません
- Παρελθόν (απλό)
- 凍え付いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 凍え付きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 凍え付かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 凍え付きませんでした
- Τε-μορφή
- 凍え付いて
- Δυνητική
- 凍え付ける
- Προστακτική
- 凍え付け
- Βουλητική
- 凍え付こう
- Υποθετική (ば)
- 凍え付けば
- Υποθετική (たら)
- 凍え付いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 凍え付きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 凍え付くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 凍え付きなさい
- Παθητική
- 凍え付かれる
- Αιτιατική
- 凍え付かせる