しばれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα παγώνω (για τον καιρό), κάνει τσουχτερό κρύο
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα παγώνω, γίνομαι παγωμένος, καλύπτομαι από πάγο

Κλίση

Παρόν (απλό)
凍れる
Παρόν (ευγενικό)
凍れます
Άρνηση (απλή)
凍れない
Άρνηση (ευγενική)
凍れません
Παρελθόν (απλό)
凍れた
Παρελθόν (ευγενικό)
凍れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
凍れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
凍れませんでした
Τε-μορφή
凍れて
Δυνητική
凍れられる
Προστακτική
凍れろ
Βουλητική
凍れよう
Υποθετική (ば)
凍れれば