凝り固まる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πήζω, στερεοποιούμαι, θρομβώνομαι
- 02 γίνομαι φανατικός, εμμένω με εμμονή, προσκολλώμαι
- 03 ακαμπταίνω, σφίγγω, πιάνω (για τους μύες)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 凝り固まる
- Παρόν (ευγενικό)
- 凝り固まります
- Άρνηση (απλή)
- 凝り固まらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 凝り固まりません
- Παρελθόν (απλό)
- 凝り固まった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 凝り固まりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 凝り固まらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 凝り固まりませんでした
- Τε-μορφή
- 凝り固まって
- Δυνητική
- 凝り固まれる
- Προστακτική
- 凝り固まれ
- Βουλητική
- 凝り固まろう
- Υποθετική (ば)
- 凝り固まれば
- Υποθετική (たら)
- 凝り固まったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 凝り固まりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 凝り固まるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 凝り固まりなさい
- Παθητική
- 凝り固まられる
- Αιτιατική
- 凝り固まらせる