凝乎と
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία συνήθως γραμμένο με κάνα ακίνητα (π.χ. στέκομαι, περιμένω), ακίνητος
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα καρφωμένα (π.χ. κοιτάζω, ατενίζω), προσήλωση (π.χ. ακούω, σκέφτομαι)
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα υπομονετικά (αντέχω), στωικά
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα σταθερά (π.χ. κρατώ), συγκρατημένα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 凝乎とする
- Παρόν (ευγενικό)
- 凝乎とします
- Άρνηση (απλή)
- 凝乎としない
- Άρνηση (ευγενική)
- 凝乎としません
- Παρελθόν (απλό)
- 凝乎とした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 凝乎としました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 凝乎としなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 凝乎としませんでした
- Τε-μορφή
- 凝乎として
- Δυνητική
- 凝乎とできる
- Προστακτική
- 凝乎としろ
- Βουλητική
- 凝乎としよう
- Υποθετική (ば)
- 凝乎とすれば
- Υποθετική (たら)
- 凝乎としたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 凝乎としたい
- Απαγορευτική (~な)
- 凝乎とするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 凝乎としなさい
- Παθητική
- 凝乎とされる
- Αιτιατική
- 凝乎とさせる