しょする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαχειρίζομαι, αντιμετωπίζω, τακτοποιώ
  2. 02 καταδικάζω, τιμωρώ, επιβάλλω ποινή

Κλίση

Παρόν (απλό)
処する
Παρόν (ευγενικό)
処します
Άρνηση (απλή)
処しない
Άρνηση (ευγενική)
処しません
Παρελθόν (απλό)
処した
Παρελθόν (ευγενικό)
処しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
処しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
処しませんでした
Τε-μορφή
処して
Δυνητική
処できる
Προστακτική
処しろ
Βουλητική
処しよう
Υποθετική (ば)
処すれば