しょぶん

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απόρριψη, πέταγμα, διάθεση, ξεπούλημα, εκποίηση
  2. 02 αντιμετώπιση (ενός προβλήματος), διαχείριση, μέτρο
  3. 03 τιμωρία, ποινή
  4. 04 θανάτωση (π.χ. άρρωστου ζώου), ευθανασία

Παραδείγματα

  • ふるいものを処分しょぶんします

    Θα πετάξω τα παλιά πράγματα.

  • あまった在庫ざいこ処分しょぶんするしかありません。

    Δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να ξεφορτωθούμε το υπόλοιπο απόθεμα.

  • かれ無責任むせきにん行動こうどうたいして、厳重げんじゅう処分しょぶんくだされることになりました。

    Αποφασίστηκε να του επιβληθεί αυστηρή ποινή για την ανεύθυνη συμπεριφορά του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
処分する
Παρόν (ευγενικό)
処分します
Άρνηση (απλή)
処分しない
Άρνηση (ευγενική)
処分しません
Παρελθόν (απλό)
処分した
Παρελθόν (ευγενικό)
処分しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
処分しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
処分しませんでした
Τε-μορφή
処分して
Δυνητική
処分できる
Προστακτική
処分しろ
Βουλητική
処分しよう
Υποθετική (ば)
処分すれば