処断
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κρίση, απόφαση
- 02 εκτέλεση ποινής (π.χ. θανατική ποινή)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 処断する
- Παρόν (ευγενικό)
- 処断します
- Άρνηση (απλή)
- 処断しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 処断しません
- Παρελθόν (απλό)
- 処断した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 処断しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 処断しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 処断しませんでした
- Τε-μορφή
- 処断して
- Δυνητική
- 処断できる
- Προστακτική
- 処断しろ
- Βουλητική
- 処断しよう
- Υποθετική (ば)
- 処断すれば
- Υποθετική (たら)
- 処断したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 処断したい
- Απαγορευτική (~な)
- 処断するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 処断しなさい
- Παθητική
- 処断される
- Αιτιατική
- 処断させる