しょぐう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταχείριση (προσώπου), αντιμετώπιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
処遇する
Παρόν (ευγενικό)
処遇します
Άρνηση (απλή)
処遇しない
Άρνηση (ευγενική)
処遇しません
Παρελθόν (απλό)
処遇した
Παρελθόν (ευγενικό)
処遇しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
処遇しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
処遇しませんでした
Τε-μορφή
処遇して
Δυνητική
処遇できる
Προστακτική
処遇しろ
Βουλητική
処遇しよう
Υποθετική (ば)
処遇すれば