ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γαληνεύω (για τον άνεμο, τη θάλασσα κ.λπ.), κοπάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
凪ぐ
Παρόν (ευγενικό)
凪ぎます
Άρνηση (απλή)
凪がない
Άρνηση (ευγενική)
凪ぎません
Παρελθόν (απλό)
凪いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
凪ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
凪がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
凪ぎませんでした
Τε-μορφή
凪いで
Δυνητική
凪げる
Προστακτική
凪げ
Βουλητική
凪ごう
Υποθετική (ば)
凪げば