もたれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα στηρίζομαι σε, ακουμπώ σε, ανακλίνομαι
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα βαραίνω (στο στομάχι), χωνεύομαι δύσκολα

Κλίση

Παρόν (απλό)
凭れる
Παρόν (ευγενικό)
凭れます
Άρνηση (απλή)
凭れない
Άρνηση (ευγενική)
凭れません
Παρελθόν (απλό)
凭れた
Παρελθόν (ευγενικό)
凭れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
凭れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
凭れませんでした
Τε-μορφή
凭れて
Δυνητική
凭れられる
Προστακτική
凭れろ
Βουλητική
凭れよう
Υποθετική (ば)
凭れれば