凭れ掛かる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα στηρίζομαι, ακουμπώ, γέρνω πάνω σε κάτι
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα βασίζομαι σε κάποιον, εξαρτώμαι από κάποιον
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 凭れ掛かる
- Παρόν (ευγενικό)
- 凭れ掛かります
- Άρνηση (απλή)
- 凭れ掛からない
- Άρνηση (ευγενική)
- 凭れ掛かりません
- Παρελθόν (απλό)
- 凭れ掛かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 凭れ掛かりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 凭れ掛からなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 凭れ掛かりませんでした
- Τε-μορφή
- 凭れ掛かって
- Δυνητική
- 凭れ掛かれる
- Προστακτική
- 凭れ掛かれ
- Βουλητική
- 凭れ掛かろう
- Υποθετική (ば)
- 凭れ掛かれば
- Υποθετική (たら)
- 凭れ掛かったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 凭れ掛かりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 凭れ掛かるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 凭れ掛かりなさい
- Παθητική
- 凭れ掛かられる
- Αιτιατική
- 凭れ掛からせる